Η ιδιωτικοποίηση της Δικαιοσύνης και οι συνέπειές της
Τα τελευταία έτη παρατηρείται μια εντεινόμενη τάση να ανατίθεται νομοθετικά σε ιδιώτες η αρμοδιότητα διενέργειας πράξεων οι οποίες προηγουμένως διενεργούνταν από τα Δικαστήρια. Συγκεκριμένα, με τον νόμο 5095/2024 αντικαταστάθηκε το άρθρο 819 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και ανατέθηκε η έκδοση κληρονομητηρίων από τις 16-9-2024 σε δικηγόρους, ενώ μέχρι τότε αυτά εκδίδονταν από το Δικαστήριο της κληρονομιάς. Με τον ίδιο νόμο προστέθηκε στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας το άρθρο 208 και ανατέθηκε η έκδοση πράξεων συναινετικής εγγραφής ή εξάλειψης προσημειώσεων υποθήκης από τις 16-9-2024 σε δικηγόρους, ενώ μέχρι τότε η συναινετική εγγραφή ή εξάλειψη προσημειώσεων γινόταν μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου της περιφέρειας του ακινήτου. Με τον ίδιο νόμο, δηλαδή με τον 5095/2024, τροποποιήθηκε το άρθρο 787 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και ανατέθηκε από τις 16-9-2024 σε δικηγόρους ο προέλεγχος των αιτήσεων και των συνοδευτικών αυτών εγγράφων των σωματείων που αιτούνται την εγγραφή τους στο βιβλίο των σωματείων, την τροποποίηση του καταστατικού τους ή την διάλυσή τους, ενώ μέχρι τότε στον ανωτέρω προέλεγχο προέβαινε το Δικαστήριο της περιφέρειας όπου είχε την έδρα του το κάθε σωματείο.
Ακόμη πιο πρόσφατα, με τον νόμο 5221/2025 τροποποιήθηκε το άρθρο 625 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και ανατέθηκε η έκδοση διαταγών πληρωμής από την 1η-5-2026 σε δικηγόρους, την στιγμή που έως τότε αυτές εκδίδονταν από το Δικαστήριο, συνήθως της κατοικίας του οφειλέτη. Με τον ίδιο νόμο τροποποιήθηκε και το άρθρο 638 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και ανατέθηκε η έκδοση διαταγών απόδοσης της χρήσης του μισθίου από την 1η-5-2026 σε δικηγόρους, την στιγμή που έως τότε αυτές εκδίδονταν από το Δικαστήριο της περιφέρειας του μισθίου.
Στις 24-9-2026 ολοκληρώθηκε η δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση σχετικά με το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών». Το νέο αυτό νομοσχέδιο προβλέπει την υποχρεωτική υπαγωγή στην σε μία τουλάχιστον συνεδρία διαμεσολάβησης ενός ευρύτατου κύκλου αστικών και εμπορικών διαφορών από την 1η-1-2027. Οι υποχρεωτικά υπαγόμενες στην διαμεσολάβηση κατηγορίες διαφορών είναι σημαντικά περισσότερες από αυτές που προβλέπει σήμερα ο νόμος 4640/2019 «Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις κλπ.», ο οποίος νόμος καταργείται. Επομένως, οι διαφορές οδηγούνται προς συναινετική επίλυση από τους διαμεσολαβητές με έκδοση πρακτικών επιτυχούς διαμεσολάβησης και, αν η επίλυσή τους δεν επιτευχθεί με αυτόν τον τρόπο, αναλαμβάνει αυτό το έργο το Δικαστήριο, με έκδοση δικαστικής απόφασης.
Από την μία πλευρά και εκ πρώτης όψεως, η αύξηση κατ’ αντικείμενο της ύλης των ιδιωτών, δικηγόρων και διαμεσολαβητών, οι οποίοι στην συντριπτική πλειονότητά τους είναι δικηγόροι, είναι θετική για εκείνους λόγω των πρόσθετων εσόδων που θα τους αποφέρει η διενέργεια πράξεων οι οποίες προηγουμένως εκδίδονταν από τα Δικαστήρια. Συγκεκριμένα, βάσει των ισχυουσών υπουργικών αποφάσεων, κάθε δικηγόρος αμείβεται με 200 € για κάθε έκδοση κληρονομητηρίου, με 160 € για κάθε πράξη συναινετικής εγγραφής ή εξάλειψης προσημείωσης υποθήκης, με 120 € για κάθε προέλεγχο φακέλου σωματείου, με 400 € για κάθε διαταγή πληρωμής και με 300 € για κάθε διαταγή απόδοσης της χρήσης μισθίου. Μάλιστα, τα ποσά αυτά θεωρούνται από τον νόμο αποζημίωση και όχι εισόδημα και γι’ αυτό δεν επιβαρύνονται με φόρο. Επιπλέον, βάσει του νομοσχεδίου με τίτλο «Κώδικας Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών», κάθε δικηγόρος θα αμείβεται με περίπου 200 € και κάθε διαμεσολαβητής με περίπου 150 € σε κάθε υποχρεωτική συνεδρία διαμεσολάβησης, με τα ποσά αυτά να μπορούν να διαφοροποιηθούν με συμφωνία των μερών.
Μολαταύτα και εκ δεύτερης όψεως, οι ανωτέρω αποζημιώσεις που έχουν θεσπισθεί και οι αμοιβές που πρόκειται να θεσπισθούν αποτελούν ταυτόχρονα πρόσθετα έξοδα για τους πολίτες που προσφεύγουν στην Δικαιοσύνη, με την έννοια ότι υπό το προϊσχύσαν επί πολλές δεκαετίες δίκαιο δεν καλούνταν να τα καταβάλουν. Και ναι μεν κάποιους πολίτες μπορεί να μην τους ενδιαφέρει εάν θα πληρώσουν 200 ή 300 € παραπάνω για να προσφύγουν στην Δικαιοσύνη, η οικονομική κατάσταση της χώρας μας, όμως, όλα τα τελευταία έτη και ιδίως η τρέχουσα οικονομική συγκυρία, στην οποία η αύξηση του επιπέδου των τιμών σε πάρα πολλά είδη πρώτης ανάγκης ροκανίζει και δοκιμάζει τους μισθούς, τις συντάξεις και τα εισοδήματα μεγάλου ποσοστού των Ελλήνων, δείχνει ότι πολλοί συμπολίτες μας θα αποφύγουν τελικά, λόγω του αυξημένου κόστους, να πάρουν τον δρόμο της Δικαιοσύνης, ιδίως όταν οι υποθέσεις τους δεν έχουν αξιόλογο αντικείμενο, ή τέλος πάντων ότι θα το σκεφθούν πολύ καλά πριν το πράξουν. Όταν, λ.χ., ο πολίτης θέλει να επιτύχει την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος οφειλέτη του από επιταγή για ποσό 2.000 € και πληροφορηθεί ότι πρέπει να καταβάλει 400 € μόνο στον δικηγόρο που θα εκδώσει την διαταγή πληρωμής, πλέον της αμοιβής του δικηγόρου του για την σύνταξη της αίτησης έκδοσης διαταγής, λογικά δεν θα προχωρήσει την διαδικασία. Ή ο πολίτης που επιθυμεί να αποζημιωθεί από ασφαλιστική εταιρεία με ποσό 2.000 € για τις υλικές ζημίες που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητό του από αυτοκινητικό ατύχημα και θα μάθει ότι πρέπει να καταβάλει 350 € μόνο για την διαμεσολάβηση, πλέον της αμοιβής του δικηγόρου του για την σύνταξη της αγωγής αποζημίωσης και την παράστασή του στο Δικαστήριο, λογικά δεν θα κινηθεί νομικά. Τελικά, η λόγω της ιδιωτικοποίησης της Δικαιοσύνης οικονομική επιβάρυνση των πολιτών που αναζητούν δικαστική προστασία θα μειώσει τον αριθμό των διαφορών που άγονται στην Δικαιοσύνη παρά την κατ’ αντικείμενο αύξηση της ύλης των δικηγόρων και των διαμεσολαβητών, προς βλάβη των οικονομικών συμφερόντων όλων των μερών.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 3 του Συντάγματος, «η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια· οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Eλληνικού Λαού». Η δικαστική εξουσία δεν ασκείται, λοιπόν, από ιδιώτες. Ακόμη, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει». Η έννομη προστασία δεν παρέχεται, συνεπώς, από ιδιώτες. Κατόπιν των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η συνταγματικότητα των συνοπτικά προαναφερθεισών ρυθμίσεων είναι κάτι παραπάνω από αμφίβολη. Η παροχή έννομης προστασίας είναι αποτελεσματική όταν δεν είναι δυσανάλογα δαπανηρή και το καλύτερο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί όταν οι μεν δικηγόροι αμείβονται για την έκδοση κληρονομητηρίων και διαφόρων πράξεων και για τον προέλεγχο φακέλων σωματείων από το Δημόσιο, οι δε συνεδρίες διαμεσολάβησης λαμβάνουν χώρα συναινετικά, εκεί όπου υπάρχει πραγματικά έδαφος επί του οποίου μπορεί να οικοδομηθεί συμβιβαστική επίλυση των διαφορών.